Αυστριακός ηθοποιός, με μεγάλη θητεία στο Χόλιγουντ, που διακρίθηκε σε ρόλους που συχνά παρέπεμπαν στην εποχή του Ναζισμού. Κέρδισε ένα Όσκαρ και ήταν υποψήφιος για άλλα πέντε.

Μαξιμίλιαν Σελ (1930 – 2014)
Ο Μαξιμίλιαν Σελ (Maximilian Schell) ήταν αυστριακός ηθοποιός με μεγάλη θητεία στο Χόλιγουντ, ίσως τη μεγαλύτερη από μη αγγλόφωνο ηθοποιό. Κέρδισε ένα Όσκαρ και ήταν υποψήφιος για άλλα πέντε (δύο από τα οποία ως παραγωγός και ένα ως σκηνοθέτης). Υπήρξε επίσης δόκιμος μεταφραστής θεατρικών έργων και εξαιρετικός πιανίστας.
Γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1930 στη Βιέννη και ήταν γιος του ελβετού λογοτέχνη και φαρμακοποιού Χέρμαν Φέρντιναντ Σελ και της αυστριακής ηθοποιού Μαργκαρέτε Νοέ φον Νόρντμπεργκ. Αδελφή του ήταν η γνωστή ηθοποιός Μαρία Σελ (1926-2005).
Η έντονα αντιναζιστική οικογένειά του κατέφυγε στη Ζυρίχη μετά την ενσωμάτωση της Αυστρίας στη Γερμανία (Anschluss) το 1938. Μεγάλωσε στη Βασιλεία και τη Ζυρίχη, όπου άνθιζε η μεταπολεμική γερμανόφωνη κουλτούρα και τη διετία 1948 – 1949 υπηρέτησε στον ελβετικό στρατό. Σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία της τέχνης, γερμανική φιλολογία, μουσική και θέατρο στη Ζυρίχη, τη Βασιλεία και το Μόναχο.
Ακολουθώντας τα χνάρια της μητέρας του και των δύο αδελφών του, ακολούθησε καριέρα ηθοποιού και πραγματοποίησε το θεατρικό του ντεμπούτο το 1952, ενώ συμμετείχε σε αρκετές γερμανικές ταινίες έως το 1958, οπότε μετακόμισε στο Χόλιγουντ. Η πρώτη του ταινία ήταν ο «Χορός των Καταραμένων» («Young Lions», 1958), ένα πολεμικό δράμα του Έντουαρντ Ντμίτρικ με πρωταγωνιστές τους Μάρλον Μπράντο, Μοντγκόμερι Κλιφτ και Ντιν Μάρτιν.
Το 1962 κέρδισε το μοναδικό του Όσκαρ για τον ρόλο του στο δικαστικό δράμα του Στάνλεϊ Κρέιμερ «Τα απόρρητα της Νυρεμβέργης» («Judgment at Nuremberg», 1962), το οποίο αναφέρεται στη δίκη ναζιστών δικαστών από συμμαχικό στρατοδικείο στη Νυρεμβέργη. Ο Σελ είχε πλάσει το ρόλο του εύγλωττου δικηγόρου υπεράσπισης Χανς Ρόλφε στην αρχική παραγωγή του έργου για την τηλεόραση, το 1959, στη σειρά ανθολογίας «Playhouse 90». Το 2001 υποδύθηκε τον Ερνστ Γιάνινγκ, τον κύριο κατηγορούμενο του έργου, στη σκηνή του Μπρόντγουεϊ.
Παρά το αρρενωπό παρουσιαστικό του, ο Μαξιμίλιαν Σελ διακρίθηκε σε ρόλους πιο σύνθετων χαρακτήρων που συχνά παρέπεμπαν στην εποχή του Ναζισμού. Κέρδισε υποψηφιότητες για Όσκαρ για τους ρόλους του ως ύποπτος ναζιστής εγκληματίας πολέμου στην ταινία του Άρθουρ Χίλερ «The Man in the Glass Booth» (1975) και ως αντιναζιστής πατριώτης στην ταινία του Φρεντ Τσίνεμαν «Τζούλια» («Julia», 1977).

Ως παραγωγός (και σκηνοθέτης) ήταν υποψήφιος για τις ταινίες «Πρώτη Αγάπη» («Erste Liebe», 1970), βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ιβάν Τουργκένιεφ και «Περιπλανώμενος Ένοχος» («Der Fußgänger», 1974), τη μουσική της οποίας συνέθεσε ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο Σελ έγραψε, παρήγαγε και σκηνοθέτησε και άλλες ταινίες, από τις οποίες ξεχωρίζουν τα ντοκιμαντέρ για τη γερμανίδα ηθοποιό Μαρλένε Ντίτριχ («Marlene», 1984), που κέρδισε υποψηφιότητα για Όσκαρ στην κατηγορία του, και για την αδελφή του Μαρία Σελ («My Sister Maria», 2002).
Πλούσια ήταν και η παρουσία του σε τηλεοπτικές παραγωγές με δύο υποψηφιότητες για Έμμυ το 1992 και το 1993, για την ερμηνεία του ως επιζών του Ολοκαυτώματος στην τηλεταινία του Τζόζεφ Σάρτζεντ «Miss Rose White» και ως Λένιν στην τηλεταινία του Ιβάν Πάσερ «Stalin».
Ο Μαξιμίλιαν Σελ ήταν ιδιαίτερα γνωστός στη χώρα μας από τη συμμετοχή του στην ταινία του Ζιλ Ντασέν «Τοπ Καπί» (1964), στην οποία συμπρωταγωνίστησε με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Πίτερ Ουστίνοφ, αλλά και από την τηλεοπτική μίνι σειρά «Μέγας Πέτρος» («Peter the Great», 1986), στην οποία υποδύθηκε τον ομώνυμο τσάρο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις στο Λονδίνο και μετέφρασε έργα του Τζον Όσμπορν και του Σαίξπηρ. Ο Μαξιμίλιαν Σελ υπήρξε παράλληλα ένας εξαιρετικός πιανίστας και μαέστρος, που συνεργάστηκε με λαμπρά ονόματα της λόγιας μουσικής (Κλαούντιο Αμπάντο και Λέοναρντ Μπερνστάιν, μεταξύ άλλων) και με συμφωνικές ορχήστρες στο Βερολίνο και τη Βιέννη.

Στην προσωπική του ζωή ο Σελ είχε κάνει δύο γάμους, τον πρώτο με τη ρωσίδα ηθοποιό Ναταλία Αντρεϊτσένκο, με την οποία απέκτησε μια κόρη και τον δεύτερο με την κατά 48 χρόνια μικρότερή του, γερμανίδα λυρική τραγουδίστρια Ιβα Μιχάνοβιτς. Τα πρωτοσέλιδα του Τύπου είχαν απασχολήσει και η ερωτική του σχέση με τη βασίλισσα του Ιράν, Σοράγια.
Το 1994 η παραγωγός Νταϊάνα Μπότσφορντ μήνυσε τον Σελ για σεξουαλική παρενόχληση, όταν συνεργάζονταν σε μια τηλεοπτική παραγωγή. Η υπόθεση διευθετήθηκε εξωδικαστικά. Το 2023 η ανιψιά του Μαρία Τερέζα (κόρη της αδελφής του), έγραψε σε ένα βιβλίο ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά από ένα «θείο» το 1980, όταν ήταν 14 ετών. Αργότερα επιβεβαίωσε στα μέσα ενημέρωσης ότι ο «θείος» ήταν ο Μαξιμίλιαν Σελ. Λίγο αργότερα, η κόρη του, Ναστάσια, δήλωσε στα μέσα ενημέρωσης ότι το γνώριζε αυτό και ότι και η ίδια είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον πατέρα της όταν ήταν παιδί.
Ο Μαξιμίλιαν Σελ πέθανε την 1η Φεβρουαρίου 2014 σε κλινική του Ίνσμπρουκ της Αυστρίας, σε ηλικία 83 ετών. Την τελευταία δεκαετία της ζωής του ταλαιπωρούνταν από σοβαρά προβλήματα υγείας.